Новогреческий словарь


διπλωμάτης

διπλωμάτης
ο 1) дипломат;
2) хитрец, лицемер


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как на (ново)греческом будет слово дипломат? — διπλωμάτης
как на (ново)греческом будет слово хитрец? — διπλωμάτης
как на (ново)греческом будет слово лицемер? — διπλωμάτης
как с (ново)греческого переводится слово διπλωμάτης? — дипломат, хитрец, лицемер


#(ново)греческий словарьφέρωπλυντήριοαρτηριοσκληρωτικόςδιάληψηθεράπευσηισοπολιτείαροδοπέταλοδαφνηφόροςανάρρουςανεγνώριγοςλαρυγγοπληγίαταινίαΑργυρούποληαναιώνιοςγλυκόνεράντζιαμνήμοναςακαινοτόμητοςκυμβαλιστήςζαχαροπλαστείοεπικρέμασηεπόπτρια


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







переводы с персидского языка, литовский словарь, шведско-русский словарь, сборка мебели в Москве