Новогреческий словарь
διέγνωσα
διέγνωσα
αόρ. от διαγιγνώσκω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διέγνωσα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
καταφέρω
—
γυψωτός
—
μετουσιούμαι
—
παραθυράκι
—
γελέκι
—
επιπεδομετρικός
—
σταλτικός
—
τιμωράω
—
επιστύλιον
—
καθούμενος
—
φωτομετρικός
—
απόγραμμα
—
εγκαλλωπίζομαι
—
γιαουρτόσουπα
—
σύμμαχος
—
νυχτομαθημένος
—
γαβαθιάρισσα
—
μπεκιαριλίκι
—
εκατοντάβαθμος
—
φευκτός
—
νεραϊδόξυλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,