δικύλινδρ|ος

формы словаβ
δικύλινδρ|ος
двухцилиндровой



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово двухцилиндровой? — δικύλινδρος
как с (ново)греческого переводится слово δικύλινδρος? — двухцилиндровой


μητρυιάυφίσταμαιαναμερισμένοςκακοπαθώελλόγοςαυτοταπείνωσηνεάργυροςάργιλοςληστήςνήπιοαναπτυξιακόςαντιαισθητικόςανοργανωσιάλαμπρόσκολαξεμακραίνωλακέρδαπλιατσικολόγοςανεπίπλαστοςανοξαιμίαομορφοκορηεκσπερμάτιση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit