Новогреческий словарь
ενεργούμενο
ενεργούμενο
το послушное,
слепое орудие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
слепое орудие
? —
ενεργούμενο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενεργούμενο
? — слепое орудие
#
(ново)греческий словарь
—
φιλεύσπλαχνος
—
κόλπωση
—
μακροχειρία
—
γλωσσολύτης
—
απόδαυλος
—
κακοφανισμένος
—
βαγιοκλαδίζω
—
βάναυσος
—
χτυπητήρι
—
δασοφυτεία
—
αδωροδόκητος
—
εξαρθρωμένος
—
αμελής
—
δαφνόκοκκος
—
χοχλάκιασμα
—
ξενιτιά
—
χρυσαυγώ
—
εκτελεστικός
—
τολμητίας
—
σίελον
—
γαλβανίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,