αγαθιάρης

формы словаβ
αγαθιάρης
легковерный


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αγαθιάρης? —


αποσογκεντρώνωπομπώδηςμυθολογίααγγελομαχώδιανάπαυσιςουρηθρίτιδαψεκαστικόςπaτρόναεφτάδυμοςβρισιάρηςρόζοςπολυανδρίαχορήγησηπράττωψείραςεκδορέαςαναλυτηκόςόλμοςαλλοιώτικαδιώχνωστυφάτο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit