αδειασμένος

формы словаβ
αδειασμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αδειασμένος? —


καύκαλοάδαμαντοπωλειοπάστραεγγεγραμμένοςεξαπλασιάζωδιπλοπρόσωποςκυματοβολήαψομιλώακετόνηταπεινώνωαποκόψιμοεβραϊκήεκλέπισηγκαστρώνομαιεκατοντάδραχμοπομφολυγώδηςφτελάςεπιστασίαταμιευτήραςπικραίνωελικώδης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit