Новогреческий словарь
λύμα
λύμα
το 1)
сточная вода
;
2) перен.
подонок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сточная вода
? —
λύμα
как на
(ново)греческом
будет слово
подонок
? —
λύμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
λύμα
? — сточная вода, подонок
#
(ново)греческий словарь
—
μεσοκυττάριος
—
κολπόρροια
—
ανεμογεννήτρια
—
τροφή
—
καλλωπιστική
—
σκιρώ
—
νεραϊδογεννημένος
—
λέαινα
—
πρωτομάθητος
—
υποδεκανέας
—
προσμειγνύω
—
μαδίζω
—
ανάδιπλος
—
πλούτισμα
—
σεληνογραφικός
—
ξένα
—
αλαμπικάριστος
—
ειδεμή
—
εξαρτώμαι
—
καθαρτήρας
—
οπλίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,