Новогреческий словарь
φίλτατος
φίλτατ|ος
(очень)
дорогой, любимый
;
~ε... — [phrase]дорогой мой...[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дорогой
? —
φίλτατος
как на
(ново)греческом
будет слово
любимый
? —
φίλτατος
как с
(ново)греческого
переводится слово
φίλτατος
? — дорогой, любимый
#
(ново)греческий словарь
—
καβαλικευτά
—
βερονάλη
—
τσιτσιρίζω
—
ζητητικός
—
ανέργαστος
—
δυναμογεννήτρια
—
ανευφημία
—
γέρσιμο
—
χρυσαφικό
—
κατσούφης
—
συρματουργικός
—
αναψηλάφηση
—
στριγγλίζω
—
θεόρεστος
—
αδικοβάζω
—
πρεστίζ
—
υδροθεραπευτικός
—
ανύστακτος
—
αθερίνα
—
ξεσχίζω
—
μουνάρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,