βαζελίνη

формы словаβ
βαζελίνη
η вазелин;
          λάδι βαζελίνης — вазелиновое масло



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово вазелин? — βαζελίνη
как с (ново)греческого переводится слово βαζελίνη? — вазелин


τελειοποιώδεκαεπταετίαμυριάκριβοςπροβειάεπενεργώεπιστολογράφοςετοιμοπαράδοτοςιντιβιντουαλισμόςσίτοςλουλουδάωμεταλλαγήδειλιάζωφιλότεχνοςτυραννισμένοςγεροντικόςΠαναμάςκατσουφιάπορεύομαιπατριδοκάπηλοςαλληλοδιάψευσηΚύκλωπας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit