λουκούλλει|ος

формы словаβ
λουκούλλει|ος
:
          ~ον γεύμα — Лукуллов пир, роскошный пир



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λουκούλλειος? —


κασιδούεπιχειρηματικότηταμνηστευμένοςγαλουχούμαιομοιοπαθητικήκαθαρτήριοςζουμερόςκολυμβητάδιακρίβωσηδακτολιδάκικατατρύχωγκόσσισμαεξαγόρασηπιατίνιπλατειαστικόςξεχάνωγαλακτοποίησησταυροκοπιούμαινεφρολογικόςσταυροκοπιώμαιαπομώρανση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit