γλωσσοφόρ|ος

формы словаβ
γλωσσοφόρ|ος
зоол. хоботный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово хоботный? — γλωσσοφόρος
как с (ново)греческого переводится слово γλωσσοφόρος? — хоботный


Αγγλίδακοσμοσωτήραςεκμυστήρευσησταμπωτόςχωριατοπούλαισχυρογνωμοσύνηπροπέμπωμασουριάζωπατριδοκάπηλοςσελιδοποιητήςμαγάρισμανυχτοκόπημαραδιοτηλεγράφημαφουρνίρωπνευματιστήςεπιστήριξιςοξυγόνωσιςουδετεροποίησησφυγμικόςξεθυμώνωπολωσίμετρο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit