Новогреческий словарь
διηθητήριον
διηθητήριον
το
цедилка; фильтр
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
цедилка
? —
διηθητήριον
как на
(ново)греческом
будет слово
фильтр
? —
διηθητήριον
как с
(ново)греческого
переводится слово
διηθητήριον
? — цедилка, фильтр
#
(ново)греческий словарь
—
άλειωτος
—
φύμα
—
αντιδυναστικός
—
αγκάθινος
—
τριακονταετής
—
ερμητικός
—
φροξινάνθι
—
αμπελόκηπος
—
ρινολογία
—
αρνομάνα
—
βουρτσίζω
—
κατεδάφιση
—
αγογγυσίς
—
στοματολογικός
—
θαλασσομάχος
—
σανιδώνω
—
εξωστήρ
—
εξήλθον
—
στιφάδο
—
συμφυία
—
σύμφυτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,