Новогреческий словарь
Φράγκος
Φράγκ|ος
ο 1)
европеец
;
2)
католик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
европеец
? —
Φράγκος
как на
(ново)греческом
будет слово
католик
? —
Φράγκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
Φράγκος
? — европеец, католик
#
(ново)греческий словарь
—
εφυαλώνω
—
αγώγι
—
καλιακούδα
—
δικέρατος
—
πολυφλύαρος
—
λέοντας
—
σαρκαστικότητα
—
χαλκευτική
—
μαχαιράκι
—
χάιδι
—
αρρώστια
—
ληξιαρχείο
—
ανατόμος
—
φανοποιός
—
χρυσοποικιλτική
—
γλωσσομιξία
—
αντέκθεση
—
τσίρλισμα
—
χρηματαποστολή
—
ανεικονικότητα
—
ελλιμενισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,