Новогреческий словарь
εξήρθην
εξήρθην
παθ. αόρ. от εξαίρω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξήρθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αλγεινότητα
—
γονηός
—
ταμπλάς
—
ψηλά
—
χάψη
—
κλεπτομανία
—
καστανόχωμα
—
γαλάρα
—
πρωτοελλαδικός
—
κακοδιοίκητος
—
μελοποιούμαι
—
φραγκισκανή
—
αμμοθύελλα
—
κατακτητής
—
αποκούμπα
—
εικοσαπλούς
—
εκβλάστημο
—
αριθμοδείκτης
—
αποπερατώνομαι
—
ιστοθέτησις
—
ερημόνησος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,