τρυφώ

формы словаβ
τρυφώ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τρυφώ? —


αντινομιστικόςκακόκεφοςφιγουρίνικομπινοιζόνφαγόπυρογονυκλινήςυαλουργίαξεπέζεμαεκφόβισητετραήμεροςμπεκρήςεφεύρεσημελετηρόςδίνωγλινιάρικοξύπνιοκολλάροχαιρεκακίαμάναάσκημαδιευθετώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit