καλμάρισμα

формы словаβ
καλμάρισμα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καλμάρισμα? —


ανεμευλογίαισοζυγιάζωκαλαμίδιχοντροκοπανίζωευχάριστοςαγγελόκορμοςακριβαγόραστοςλουκούμιπροθετικόςκρεμέζοπανθεϊσμόςεπικυρωτικόςπαραθαλάσσιοςχάράεντροπίααλμυρίχααπαραδειγμάτιστοςμισθαρνώπτυελίζωπέδικλοπολυηχής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit