εφοδιασηκός

формы словаβ
εφοδιασηκός
снабженческий;
          ~ά όργανα — органы снабжения



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово снабженческий? — εφοδιασηκός
как с (ново)греческого переводится слово εφοδιασηκός? — снабженческий


λήξανπορίζομαιανοίγωαναφτερουγιάζωλεϊσμανίασιςεξηνέχθηνμισοχορταίνωστυπτικότηςποντοπόροςζαλικώνομαιξοδιάζοσκληρόψυχοςιοντώάργιλοςαυγόχειμωνικόςευπρεπώςσυστρατεύομαιπαραστράτισμαπαρακάλιοευώνυμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit