Новогреческий словарь
αφροστεφανωμένος
αφροστεφανωμέν|ος
покрытый пеной
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
покрытый пеной
? —
αφροστεφανωμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αφροστεφανωμένος
? — покрытый пеной
#
(ново)греческий словарь
—
παλιόσπιτο
—
φαυλος
—
ψυχονεύρωση
—
ξεπούλημα
—
εμπεριέχω
—
κοτόψειρα
—
αποθαρρυντικός
—
διεσπαρμένος
—
ανεκδιήγητος
—
χωροθέτηση
—
πολυπότης
—
ιησουίτισσα
—
πλασματάκι
—
ναός
—
προσκυνήτρα
—
καταστενοχωρώ
—
αυτονομιστής
—
τυφλά
—
αγαθοπιστία
—
ανάπλευση
—
βιβλιεκδότρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,