ανηλικότητα

формы словаβ
ανηλικότητα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανηλικότητα? —


διπλοκαθίζωαπάλειψηζήτησηγλειμμένοςΒετελγόζηςυδατόσφαιρονκωλαράςέγκαψηπνευμονοπάθειααφάλιλιγδιασμένοςεμποδιστικόςαλευροπολτόςγκρεμίζομαιδιφθογγοποίησηπιτσούναξεμασκαλίδιπαρέλκυσηδεκαπενταπλάσιοςακουκούλλωτοςκαλοκαιρινός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit