Новогреческий словарь
απεριστρόφως
απεριστρόφως
:
ομιλώ απεριστρόφως — говорить без обиняков
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
απεριστρόφως
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μαγουλάκι
—
απολιχνίδι
—
τσαλαβούτημα
—
διοπτήριο
—
συνεχώς
—
αναπομπή
—
υποχονδριάζω
—
βωλογυρίζω
—
εγκεντρίς
—
ασφαλίτης
—
πασσαλίσκος
—
καθιζάνω
—
σπανακόρυζο
—
τροχιόδρομος
—
γαλακτομέτρία
—
έποψις
—
τονούμενος
—
διαδοχικά
—
δεκάρικος
—
παράκουσμα
—
τυμπανίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,