Новогреческий словарь
πρωτοτυπία
πρωτοτυπία
η
оригинальность; самобытность
;
αυτό αποτελεί ~ — [phrase]это оригинально[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оригинальность
? —
πρωτοτυπία
как на
(ново)греческом
будет слово
самобытность
? —
πρωτοτυπία
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρωτοτυπία
? — оригинальность, самобытность
#
(ново)греческий словарь
—
μπαρόκ
—
ακρίτας
—
κελαρυστός
—
ραμολιμέντο
—
αττικιστικός
—
απρόκοπος
—
καλοφαγάς
—
παΐδι
—
διφωνία
—
γκιούλαϊ
—
ανομοίωση
—
γραμμογράφηση
—
πελνδνότης
—
ανεύρετος
—
καμινεύς
—
ινδογερμανικός
—
ποδηλατάδικο
—
επιτίθεμαι
—
γλωσσίτης
—
προτίθομαι
—
μανταρισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,