λεπτολογία

формы словаβ
λεπτολογία



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λεπτολογία? —


κυκλοφοριακόςαρτιφανήςμυταράδικοομολογίαμεσιανόςγάβανοαγρύπνημαομαδάρακολασμέναενθέτωσωκρατικόςαλεπουπορδήβλεφαρίζωματάογδοηνταριάαπελπισίααντενδείκνουμαιτερέβινθοςψηλόπλωροςαμαρκάριστοςεφίστιος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit