Новогреческий словарь
καλαμπούρι
καλαμπούρι
το
каламбур, шутка
;
λέγω (или κάμνω) ~α — каламбурить
;
γιά ~ — ради шутки
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
каламбур
? —
καλαμπούρι
как на
(ново)греческом
будет слово
шутка
? —
καλαμπούρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
καλαμπούρι
? — каламбур, шутка
#
(ново)греческий словарь
—
ασυνδύαστος
—
αποδυνάμωση
—
αχορταγιά
—
θρησκοπάθεια
—
ζηλευτός
—
αρθρωτός
—
αρνάκι
—
υποσήμανση
—
προφορά
—
ρέπω
—
αμπελοκτήμων
—
σταλάζομαι
—
εκχιονίζω
—
απομίμηση
—
πρόστυχος
—
ωκεανολογικός
—
τάνυσμός
—
αδικοπλουτίζω
—
αφεντάτο
—
ισοβίτης
—
προχώρεμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,