Новогреческий словарь
ξινός
ξινός
1)
кислый
;
2)
недозревший, незрелый
;
===
μού βγίκε ~ό (από τή μύτη) — [phrase]это мне дорого обошлось[/phrase]
;
περσινά ~ά σταφύλια — [phrase]это уже быльём поросло[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кислый
? —
ξινός
как на
(ново)греческом
будет слово
недозревший
? —
ξινός
как на
(ново)греческом
будет слово
незрелый
? —
ξινός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξινός
? — кислый, недозревший, незрелый
#
(ново)греческий словарь
—
κρινοδάχτυλος
—
ενυπνίασμός
—
περιφραστικά
—
δολιοφθορέας
—
κλώστρα
—
μέτρο
—
αιματολογικός
—
υποστολή
—
τετράκωπος
—
αντίκα
—
μουεζίνης
—
πολυκύμαντος
—
εξέθεσα
—
γκουβερνάντα
—
άγριος
—
προτιμώντας
—
βατράχειος
—
μυοκαρδίτιδα
—
νιάημερα
—
ταχυποδία
—
λάχανο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,