Новогреческий словарь
ζωοτρόφος
ζωοτρόφ|ος
1.
животноводческий
;
~ χώρα — животноводческая страна
;
2. (о)
животновод
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
животноводческий
? —
ζωοτρόφος
как на
(ново)греческом
будет слово
животновод
? —
ζωοτρόφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζωοτρόφος
? — животноводческий, животновод
#
(ново)греческий словарь
—
γδύνω
—
καλαμένιος
—
νεολιθικός
—
εισπνέω
—
μεταγλωττισμένος
—
σκαλιστικός
—
αποσβένω
—
απερηφάνευτος
—
αδύνατος
—
ξηροπόταμος
—
παρωδιακός
—
παλίνδρομος
—
αποκαθίσταμαι
—
στοματάκι
—
ξύλιασμα
—
δήμιος
—
ανατατικός
—
τοματιά
—
εξεικονίζομαι
—
νομισματολογικώς
—
λαθρέμπορος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,