Новогреческий словарь
βάμμα
βάμμα
το
настойка, тинктура
;
βάμμα ιωδίου — йодная настойка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
настойка
? —
βάμμα
как на
(ново)греческом
будет слово
тинктура
? —
βάμμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
βάμμα
? — настойка, тинктура
#
(ново)греческий словарь
—
συγκρούω
—
πολυκύλινδρος
—
άθροισμα
—
εξωνημένος
—
φατνοοδοντικός
—
αποκηρυγμένος
—
αλχημεία
—
απαρεγκλίτως
—
παράτονος
—
αγαναχτώ
—
ενυδρείο
—
αστιγμόμετρο
—
αλαργοτάξιδος
—
κηροπλαστικός
—
απειρόκις
—
εκβάλλω
—
μουγγρίζω
—
λιθόσφαιρα
—
ατρόχιστος
—
επιπλέον
—
μπούρσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,