Новогреческий словарь
κοινολογημένος
κοινολογημένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοινολογημένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πετροσέλινο
—
λείψανο
—
υπερκατασκευή
—
πρωτοείδωτος
—
ακουμπιστήρι
—
ξεποδαριασμένος
—
χιονόβολο
—
ανασκελώνομαι
—
σχωρεμένος
—
απομάσσω
—
ενδοτικός
—
χαλκωματάς
—
σπιτήσιος
—
ανακαλητό
—
πετεινοκεφαλή
—
θήραμα
—
λιθοτεχνία
—
φερετροποιείο
—
πολυζήτητος
—
εκταμιεύω
—
προτίθομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,