Новогреческий словарь
ουκ
ουκ
уст.
нет, не
;
ου μόνον... άλλα καί... — не только... но и...
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нет
? —
ουκ
как на
(ново)греческом
будет слово
не
? —
ουκ
как с
(ново)греческого
переводится слово
ουκ
? — нет, не
#
(ново)греческий словарь
—
τρελόπαιδο
—
πολυέλαιος
—
τρελαμένος
—
έγγιγμα
—
βαλσαμίτις
—
φοινικοβάλανος
—
γαλβανοτεχνία
—
μειοδοτώ
—
λιόπρινο
—
δεκαδάρχης
—
ανάχλι
—
περιπλοκή
—
πηδηχτός
—
κβάντουμ
—
γατσιάζω
—
μετουσιούμαι
—
κατατρίβομαι
—
αλαφρογλυστρώ
—
μπριστόλ
—
θεοποίηση
—
ψαροκάλαμο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,