Новогреческий словарь
αναζυμώνω
αναζυμώνω
месить; перемешивать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
месить
? —
αναζυμώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
перемешивать
? —
αναζυμώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναζυμώνω
? — месить, перемешивать
#
(ново)греческий словарь
—
βοήθημα
—
τσακώνω
—
μισοξαπλώνομαι
—
κουραδού
—
ασφαλτοστρώνω
—
κονιάκ
—
διαπαρθενεύω
—
υπερβιταμινούχος
—
αδιήγητος
—
υπενδύτης
—
ξεμοναχιασμένος
—
γλυκανάλατος
—
φούγκα
—
τελειωτικός
—
αστάχωτος
—
φελλομάννα
—
λιμνοχαρής
—
μαρτυρώ
—
εγγύτερος
—
πτωχευμένος
—
γλαυκωματικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,