έπνευσα

формы словаβ
έπνευσα
αόρ. от πνέω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έπνευσα? —


ιδεολογικόςαυθυποβάλλομαικυρεξωθώεξάχνωσιςπερι-απελευθέρωσηάσκυφτοςπολύδωροςμειώνομαιγλυμίζωτεμπελιάγεράζωαψηφισιάρηςεμπαικτικόςενθύμιοαφροδισιολογίαεκθέτηςκαταλαλιάἐξφυσούνι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit