Новогреческий словарь
εκγυμνώνω
εκγυμνώνω
раздевать; обнажать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
раздевать
? —
εκγυμνώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
обнажать
? —
εκγυμνώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκγυμνώνω
? — раздевать, обнажать
#
(ново)греческий словарь
—
σαγηνευτής
—
επιστρατεία
—
εστεγασμένος
—
εξώθερμος
—
τυπολατρεία
—
διαστρεβλώ
—
κρυφτό
—
παραπαχαίνω
—
αθαματούργητος
—
αναπαλαιώνω
—
στείβω
—
λαδομπογιατίζω
—
ελικηδόν
—
φάρσα
—
ατσάλωση
—
εξολκέας
—
γυναικάρεσκος
—
απέμφραξις
—
ξεσκονίστρα
—
ολιγανδρία
—
προσευχητήριο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,