Новогреческий словарь
αλληλέγγυος
αλληλέγγυ|ος
солидарный
;
~α ευθύνη — солидарная ответственность; круговая порука
;
τάσσομαι, γίνομαι ~ — солидаризироваться, быть солидарным
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
солидарный
? —
αλληλέγγυος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλληλέγγυος
? — солидарный
#
(ново)греческий словарь
—
μίλλιον
—
εγωκεντρισμός
—
αιμοστασία
—
επιμερισμός
—
αρχισυντάκτης
—
φυσικοθεραπεύτρια
—
γενναιοδωρία
—
βρωμόνερο
—
ξυλόσοφος
—
αφιλαρχία
—
χαρτομαντεία
—
σμυριδόπανο
—
θολωμένος
—
υπαιτιότητα
—
τσάτσα
—
πεντανόστιμος
—
εκλελυμένος
—
απογοητεύομαι
—
σπογγαλιεία
—
ημιπληγία
—
σαγηνευτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,