μονογραφία

формы словаβ
μονογραφία
η монография



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово монография? — μονογραφία
как с (ново)греческого переводится слово μονογραφία? — монография


αντίνερολαδιάκακοδιοικώψιθυριστάλιοτριβόπετραγλωσσικόςμηδενιστικόςεπικονιασμόςψαχουλευτόςριζοβολώΤυροφάγοςμελίχρυσοςανταποκρινόμενοςμικρολογίαυδροδυναμικόςμπούστοενδοκυττάρωσηπρεστίζδασάκιενδοσπέρμιονγεγονός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit