Новогреческий словарь
επεπλάκην
επεπλάκην
παθ. αόρ. от επιπλόκω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
επεπλάκην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αλετροπόδι
—
κοντόμαλλο
—
αρεσιά
—
ατεχνα
—
καταρροϊκός
—
συμμορίτισσα
—
ποικιλία
—
αναγέλασμα
—
Μολόχ
—
αλληλομαχώ
—
κωδικοποιούμαι
—
διαγωνίζομαι
—
κατασκορπάω
—
αφωνία
—
ακάτιον
—
λήκυθος
—
κειμηλίαρχος
—
στενόκωλος
—
σφυρηλατήσιμος
—
ξεδικιούμαι
—
στάλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,