θυμητικό

формы словаβ
θυμητικό
το память;
          έχω γερό ~ — обладать хорошей памятью



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово память? — θυμητικό
как с (ново)греческого переводится слово θυμητικό? — память


αλανιάραψωροπερηφάνιαυπολογιστικόςζάρικραυγαλέοςμετάβασηανάλωτοςπυροστάτηςχορικόανθελονοσιακάτελεσίδικαστρογγόλωσιςΡουμανίααιμοβαφήςτουαλέτααποχείμωνοπαρεπίδημοςζωμοδόχοςτζαβέτταζωοκόμοςελεφάντειος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit