Новогреческий словарь
σκεπτικιστής
σκεπτικιστ|ής
ο
скептик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скептик
? —
σκεπτικιστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκεπτικιστής
? — скептик
#
(ново)греческий словарь
—
γαλάτωμα
—
κυνηγώ
—
φυματίνη
—
ευσωμος
—
ασύντακτα
—
ανεμικός
—
αναστιγματίζω
—
ανακομιδή
—
υπηρέτρια
—
χωνάκι
—
σκορδοφάγος
—
Τσιγγάνος
—
σκαιότης
—
σεισμογένεση
—
αγχίνοια
—
κινητήρας
—
τροχονόμος
—
τριχάρα
—
διαπλάττω
—
δεκάστρια
—
κυματοβολή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,