Новогреческий словарь
προσανατολιστικός
προσανατολιστικός
ориентировочный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ориентировочный
? —
προσανατολιστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσανατολιστικός
? — ориентировочный
#
(ново)греческий словарь
—
καθημερινός
—
αχυρόχαρτο
—
εντεροπάθεια
—
εμπασμα
—
αλκοολίκι
—
πρωτοβρόχι
—
αξυλοκόπητος
—
εκτύλωση
—
πολυβολών
—
λοξώ
—
μπουζουνάρα
—
έπαινος
—
γλυκόξινος
—
εφέτης
—
μαρκονιστής
—
μούλα
—
τσαγκρουνίζω
—
αναποκατάστατος
—
ανασφραγίζω
—
μεσοβασιλεία
—
εξέρχομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,