ομιλητικώς

формы словаβ
ομιλητικώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ομιλητικώς? —


Μασκαράςχτυπημένοςντράγκασκωληκοειδήςκρησφύγετουψηλοφροσύνημερονύχτιπιρούναευλογιάζύγισμαεύδηλοςπερικνήμιοναδέκαροςλογιάζωυπνογονίααμπελιάαγγελουδάκιγλοιβόπρωτομάρτυραςγιαβάςεξηντάχρονος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit