ασφαλισμένος

формы словаβ
ασφαλισμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ασφαλισμένος? —


λεπτολογίακακόδεχτοςαποξεχνιούμαιενδομορφίαδιαστασιοποιώκακοκάρδισμαεντεροκήληφραγγελώνωκαθρεφτίζομαιαπρομήθευτοςβρώσιμοςκαπιταλιστικόςξεπληρώνωαμαγείρευτοςμαναράκισέρνωδιπλανόςανακατάκτησηγράφαγελαδοβοσκόςαξαζόμενος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit