αυξητικά

формы словаβ
αυξητικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αυξητικά? —


γλωσσοπλάστηςλεβάντεςμηδέποτεδασονομικόςγαβάνιανθοδετικήγωνιάσύγκαιροςξάρμισμακάρυονηλιοφάνειαπροκάνωπαράκειμαιλύδιοςβλέψηπαιδοτρίβηςμπανιάρωπροσκύνησηαλλαξοθωριάζωτουλάχιστοντρίμηνο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit