αναβαλλόμεν|ος

формы словаβ
αναβαλλόμεν|ος
ο :
          ο τού έψαλα τόν ~ο — я ему прочитал нотацию, я его здорово отчитал;
          άκουσε από μένα τόν ~ο — ему от меня здорово попало



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αναβαλλόμενος? —


ωτιαίοςέλικανομαρχίαπαρατεταγμέναμοναχόςξαναμμένοςανεξάρτητασπουδαιολογώηπιότηταπρωτινόςραδιοτηλεπικοινωνίαστραγγαλιστήςαυτολίπαντοςγονδολιέρηςΡούσοςστρατίεξαπτέρυγοςαλληλοδιάδοχοςσυγκερασμόςαηδονόφωνοςαναπλειστηριασμός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit