γαϊδούρι

формы словаβ
γαϊδούρι
το осёл



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово осёл? — γαϊδούρι
как с (ново)греческого переводится слово γαϊδούρι? — осёл


γεωθερμικόςλιψόςδωδεκαήμεροςεπιπάσσωανεπίτακτοςχώνεμακοκκινο-οδοντάγρααλληθωρίζωαπευθυσμένοδεκάμετροςγουρσούζικοςπαραδόπιστοςγεννητικότηταεξωμάχοςάρραφτοςφυματιολογικόςυπερφρονώσυνώνυμοςιεροκρίτηςαρχιδικαστής





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit