πυρακτώνομαι

формы словаβ
πυρακτώνομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πυρακτώνομαι? —


χοντρόκοκκοςφθισιατρείοαποφλοιώνωσφριγηλόςμαχαιροπίρουνοθηλυκόνεραντζιάωλένηκλασσικίζωδιοικώάφθιτοςτόςκελάϊδημααυτοπαθήςΕσπερίααπαλλακτικόςπεντακοσιόδραχμογύμνωμαλυκίσκοςδιακονίαπροαγγέλλω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit