εκγράφω

формы словаβ
εκγράφω
(αόρ. εξέγραψα, παθ. αόρ. εξεγράφην) вычёркивать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово вычёркивать? — εκγράφω
как с (ново)греческого переводится слово εκγράφω? — вычёркивать


κερίμεταμοντερνισμόςάδοτοςτρέπωυδατοπέδιοκακομελετάωσυμφωνώμονοκύλινδροςάστρινοςμακρύςδικολαβισμόςσυντασσόμενοςξεκάθαροςπλειοψηφικόςαλαλομάρααπόμακτρονκειμηλιοθήκηασημοχρύσαφαδιάσκελοπρωτεύονταανειλικρίνεια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit