στερεοστατική

формы словаβ
στερεοστατική
η физ. статика твёрдого тела



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово статика твёрдого тела? — στερεοστατική
как с (ново)греческого переводится слово στερεοστατική? — статика твёрдого тела


αγγελοπρόσωποςαμεριμνώαζάλωτοςανατομίακαψύλλινερούλιασμαεκκρισηαπερίθαλπτοςγραμματοσημεμπορίαεπιθετικόςυποναύαρχοςεγώπροσφεύγωκαθετήραςπροστυχεύωοπισθόβουλοςεύφθαρτοςλαθρεπιβάτισσαβαθουλωμένοςυλακτώμπομπή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit