σακοράφα

формы словаβ
σακοράφα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σακοράφα? —


δύωανεπαρκώςέγκυοςδροσοβολώεπιστήμωνομόκεντροςψυχρήλατοςιχθυόκολλαπαρακατιανόςαγάνωτοςευνομούμενοςεμπορικόςανεπηρέαστοςακαμάτωςαμερικανίζωλαθρεμπορίααποίκιλτοςτσελίκιελικωτόνΥχαρωπός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit