σουλατσάρω

формы словаβ
σουλατσάρω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σουλατσάρω? —


ποιοτικόςαπογίνομαιισομοιρίααποκρατικοποιούμαιεκκριτικόςεισβολεύςαυτοθυσίαανακουφίζωστίλβωψαρόμυαλοςαντιπροσωπευόμενοςοπλουργίααβερταρίααποστραγγίδιηχογόνοςαναισθητοποιώεναρμονίστριαβλαστάνωεμβρίθειασατανιστήςεθελοντικά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit