μοναρχισμός

формы словаβ
μοναρχισμός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μοναρχισμός? —


μπαμπέσικοςεγκατεσπαρμένοςφαλιδώνωσάτινααναγωγήασκάθαροςβουρκώνωξενοδοχιακόςδιπτέρυγαυπογειάραπρόοψηντιστενγκέςσαρκικόςτυροδόχηξυλοπυρίτιδαεκατόχροναθεμέλιοςπαραγνωρίσιμοςκολλητικότηταδημιουργικότηταμαθητεία
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit