πρωτομαρτιάτικα

формы словаβ
πρωτομαρτιάτικα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πρωτομαρτιάτικα? —


υπερκατανάλωσηαπόβροχαγονέαςαρκιέμαιανηφόριβραχύνωαλτρουιστήςταμπάκηςαπιστίαωδίνεςκήδομαιφιλελευθερισμόςαμεριμνοσύνηυπερκόπωσηηθικότητατσιράκιδυσπρόσβλητοςαποχήαγγελτήριοςμονομηνιάτικοςεβραϊσμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit