ήγαγον

формы словаβ
ήγαγον
αόρ. от άγω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ήγαγον? —


παροργίζομαιπαγγερμανισμόςχωρικόςαναισχυντώγουργουρίζωπαζαρήσιοςασταθήςπαλιοτόμαροεξοπλίζομαικαταχώνομαιαδιατρύπητοςβρεφοκομίαασύναρθροςκωμικοτραγωδίααρμολόγησησυγκοινωνιολογίαοπισθοδρομικόςαποκοιμάμαιαετωματικόςγκρημνόςμαρξισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit